ACTIVE MEMBER – Της Λευτεριάς Παραλογή – official audio (13′ διάρκεια, 156 στίχοι, 1300 λέξεις)

Trap-Hip Hop
[:el]

Subscribe: http://bit.ly/1UZjezo

Buy/Stream Spotify: http://spoti.fi/2XjMA60

iTunes: http://apple.co/2Lqyk8T​ Deezer: http://bit.ly/396XYrq

Το τελευταίο τραγούδι για 2020. Μια παραλογή 13 λεπτών, 156 στίχων και 1300 λέξεων. Πιο δύσκολο κι αντιεμπορικό δε γίνεται. Με τις υγείες σας Παραγωγή, στίχοι, παρουσίαση, ηχοληψία & μίξη: B.D.Foxmoor Ηχογραφήθηκε στο πόδι, στη βεράντα στη Ξηρονομή.

Talkback 2020 Πού γέρνεις αδερφέ μου; Πού αναπαύεται η οργή σου; Στης ντροπής, ούτε που κοντοστάθηκες το πρώτο το σκαλί. Αιώνες τώρα, εκεί που φτύνεις είναι γη σου κι έχουν τη μυρωδιά των άταφων νεκρών οι ντροπαλοί. Τον ορίζοντα που κοιτάς, δε τον ζωγράφισε ανθρώπου χέρι, ούτε η βροχή έκανε χώρο στον ήλιο για μια δράκα στάρι. Ούτε η αγάπη μέριασε, για λίγο αντίδωρο κι ένα αγιοκέρι.

Ούτε το δάκρυ ζήλεψε φυλακισμένη μέλισσα σε κεχριμπάρι. Από τα γεννοφάσκια σου, βαριές ευχές σε στόλιζαν για να μη λείπει ποτέ η φωτιά απ΄το περίγραμμα σου. Τύχη σε γιόμιζαν, ξέραν που τόξευαν κι όλα όσα ξόρκιζαν για να ‘χεις παραβλάσταρο το φόβο και πίκραμα σου.

Κι η λευτεριά σου, των αδούλωτων το μόνο σημαδούρι, πώς και σου φάνταζε λίθος ασήκωτος του λογισμού; Πώς και σε τρόμαζε ο βοριάς σκίζοντας σου το ανεμούρι κι ο ήχος του νερού, στη στενοποριά του ποταμού; Μάλλον κάποιος δεν πρόκαμε ν΄αποσώσει την ευχή του. Δε σου εξήγησε πως τα επιμύθια δε ‘ναι για χόρταση πως το σκοτάδι χρωστάει στην αμφιλύκη την ατίμωσή του κι ότι οι άγγελοι παραθερίζουνε πια στην κόλαση.

Τριγύρω σου οι αξύπνητοι ιδρωκοπούν για σένα. Διαρκώς μαζεύουνε, φόβους στα πόδια σου αποθέτουνε. Σε κάθε επιστροφή τους έχουν τα μαύρα τα πανιά κατεβασμένα. Θρασεύουνε, όλο και πιο πολύ σε ξεπαστρεύουνε. Τώρα σου απόμεινε των καιρών η σκοτεινιασμένη όψη. Το νεκροκέρι που βαστάς είναι δικό σου ψώνι. Οι παραστάτες φυλακάτορες σ΄έχουν πετσοκόψει. Αν βρει η μαυράδα απλοχωριά, αιώνιο γίνεται καψόνι.

Εμείς οι δυό, πώς και βρεθήκαμε στην ίδια λόχμη; Κάθε ανάσα μου τους μοιάζει αντιμιλιά, Καλά καλά δε ξέρεις ποιο έχω παρανόμι Γιατί είχες φύγει πριν του πετεινού τη δεύτερη λαλιά. Κι είχα τόσα να σε ρωτήσω Πού κρυφτήκανε τα όνειρα που ξεχειλίζανε την πλάση; Στο βυθό της σκέψης μου λύπες γιατί σωριάζονται; Πώς κι η λιόντισσα ψυχή σας τόσο καλά τα ‘χει ζυγιάσει; Γιατί οι ακάματοι, αγριάρμενοι, λατρεύουν να διχάζονται;

Γιατί του χρόνου οι άπραγοι διαβάτες την ασφάλεια διαλέγουν; Κι εμάς, γιατί της λευτεριάς προαιώνιοι πόθοι μας θεριεύουν; Γιατί οι θλιμμένοι στους γελαστούς πάντα αντιλέγουν; Και γιατί οι πονηροί, οι τωρινοί, τη μνήμη μας κουρσεύουν; Μπορώ να σε ρωτάω μέρες, χωρίς μια απάντηση να πάρω. Μόνη μου δικαίωση η βουβαμάρα και των ματιών σου το χαμήλωμα.

Ξέρεις πως το ‘χω εύκολο να σε κοντράρω, να σε σοκάρω, αρνούμαι όμως στην ιερά σινδόνη σου να γίνω αποτύπωμα. Ο άνθρωπος ο ελευθερόστομος ποτέ δεν ειρηνεύει. Πολλές φορές θρηνεί όσους γλυτώσανε από σας κι από το θάνατο. Στα λεύτερα διαλείμματά σου δεν καθρεφτίζεται, δε χωρατεύει. Δρομάρι δεν ανέχεται, ζει στο αμετάβλητο και στο απαράβατο.

Γίνεται ρείθρο βαθύ κι η φωνή της πέρα άκρης. Σιωπή κλειστού κουκουναριού και στουρναρόπετρα συνάμα. Θεογονίας ευωδιά, χυμός αμπελιού της Άσκρης. Ξέχειλη λήκυθος απ’ της ελιάς το επίγειο θάμα. Τη στερνή μέρα του φόβου προσδοκάει με υπομονή και στη μυλόπετρα του χρόνου αλέθει όλες τις χαρές του. Γίνεται θυμάδα μπαρουτιού κι ωδή στην επικούρεια ηδονή.

Δεν τον βρίσκει χαραμέρι μ’ άλυτες τις διαφορές του. Όπου το απόσκιο κεραμώνει, νύχτες λευτερώνει. Είναι μπουκέτο με σπαραγμούς και της αδικίας βρούχος. Πνεύμα ασκλάβωτο, άσβηστος φάρος που τους τυφλώνει. Από το άγιο αρτοφόρι ίσως ο μόνος δικαιούχος. Και σήμερα τα τσανάκια της προόδου, οι ρημαχτές, τα καταφέρανε στο μελαγχολείο τους μαθητεύουν τα παιδιά μας.

Βγάλ’το από το νου σου, δε σε δικάζουμε για χτες, απλά εσύ γνωρίζεις πόσα ονόματα έχει ο φονιάς μας. Μας χωρίζει η άβυσσος και της ζωής οι απογκρεμιές. Εμείς τα λάφυρα τα θάψαμε νωρίς στα βάλτα. Για εσάς οι σκλαβωτές ονειροπύλη ανοίξανε με πεθυμιές. Φτάνει τα λόγια, απρόφερτα να παραδέρνονται στα ράχτα. Ποιος να ‘χει λίγο τίμιο σπόρο μαζί με λίγο αποκοτιά;

Nα του χαρίσω χίλια λόγια μου, να σαρκωθούν μπροστά του. Πότε γιορτάζει η άγια προσμονή, να μεταλάβουμε φωτιά; Μήπως ανταμώσουμε αυτόν που φορούσε τη ψυχή μας στα όνειρά του; Η φλόγα μας δεν έσβησε Κωστή στα βαλτονέρια. Έλαχε η χώρα που μας σώριασαν, της λευτεριάς η μάνα να ‘ναι. Ως άνομοι τιμήσαμε τ’ αλέρωτα μας χέρια μα κοίτα, οι αεροκάμωτοι πως μας περιγελάνε.

Μέσα στο τσόφλι δε χωρούμε, έλεγες τότε, Μακρυγιάννη κι ότι απ’ άλλους δρόμους ο κόσμος αυτός θα ξαναγίνει. Δε μέτρησες ότι από βόλι η πληγή ίσως να γιάνει Όμως απ’ τη βολή, το αίμα τρέχει σαν κρήνη. οι υπόλοιποι στίχοι στα σχόλια γιατί δεν έχει προβλέψει το youtube για παραπάνω

[:]


    0 0 vote
    Article Rating
    Subscribe
    Notify of
    0 Comments
    Inline Feedbacks
    View all comments